Άγιος Ευστάθιος ο προστάτης των κυνηγών ( † 20 Σεπτεμβρίου) – Το μεγάλο θαύμα με το ελάφι.

Ο Άγιος Ευστάθιος η Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη του στις 20 Σεπτεμβρίου μαζί με την σύζυγο του Θεοπίστη και τα παιδιά του Αγάπιο και Θεόπιστο.

Ο γενναίος Στρατηγός Πλακίδας.
Ήταν αξιωματούχος εξαίρετος, διακεκριμένος. Ήταν επίσης ξακουστός για την υψηλή καταγωγή του και τα άφθονα πλούτη του… Ήταν εγκρατής στις επιθυμίες του. Δεν επέτρεπε στις ορέξεις του σώματος του να κυριαρχούν. Ήταν σώφρων Αγαπούσε την δικαιοσύνη. Έκανε ότι μπορούσε για ν’ ανακουφίσει τον πόνο και τη δυστυχία των φτωχών. Ήταν με μια λέξη ενάρετος….. Συνεχίστε την ανάγνωση Άγιος Ευστάθιος ο προστάτης των κυνηγών ( † 20 Σεπτεμβρίου) – Το μεγάλο θαύμα με το ελάφι.

Το «Κυνήγι Λαγού με Αγέλες σκύλων δίωξης».

Η αγάπη μου για το κυνήγι, οι συζητήσεις με κυνηγούς και κυρίως οι διαφωνίες μου στις συζητήσεις αυτές για κυνηγετικά θέματα, οι οποίες συνήθως ωφείλονταν στις διαφορετικές θέσεις και απόψεις μου πάνω σ’αυτά, ήταν η αιτία να συγκεντρώσω όσες απο εκείνες τις θέσεις ήταν σχετικές με την εικόνα και συμπεριφορά που κατά την γνώμη μου πρέπει να έχει ο σημερινός κυνηγός γενικότερα,καθώς επίσης και για το πως ασκείται το κυνήγι του λαγού με αγέλες σκύλων δίωξης ειδικότερα και πως δημιουργούνται αυτές. Συνεχίστε την ανάγνωση Το «Κυνήγι Λαγού με Αγέλες σκύλων δίωξης».

Eνα κείμενο-σταθμός, που «ήρθε ως απάντηση», στην επίθεση που υπέστη ενας συνάδελφος μας διαδικτυακά!!!…. «Γιατί κύριε Μανάλη»;!!!..

Δύο φωτογραφίες στον προσωπικό λογαριασμό μέσου κοινωνικής δικτύωσης, ξεσήκωσαν κυριολεκτικό σάλο με πολλές παρενέργειες ντροπής… Η μία παρουσίαζε τη σύνθεση ενός θηρευμένου τρυγονιού δίπλα σε ένα ανοιχτό (ως αρμόζει για λόγους ασφαλείας) πλαγιόκαννο δίκαννο (τον πλέον παραδοσιακό τύπο κυνηγετικού όπλου), πάνω στο καπό ενός αυτοκινήτου παρκαρισμένου με φόντο την πράσινη βλάστηση. Η άλλη, είχε τη φυσική, αυτονόητη και υγιή κατάληξη κάθε θήρευσης: το θήραμα μαζί με αρκετά παϊδάκια στη σχάρα ενώ ψηνόταν. Συνεχίστε την ανάγνωση Eνα κείμενο-σταθμός, που «ήρθε ως απάντηση», στην επίθεση που υπέστη ενας συνάδελφος μας διαδικτυακά!!!…. «Γιατί κύριε Μανάλη»;!!!..

Oι Μπεκάτσες !!!…. (απόσπασμα απο αφήγημα του 1869, τα Κυνηγετικά)

Κατά τον Ιανουάριο του 1869, όταν διακόπηκαν οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας , φύγαμε με ένα Γαλλικό ατμόπλοιο της εταιρίας Φρεσινέ για τη Θεσσαλονίκη, ενώ τρέφαμε στην καρδιά μας γλυκιά και μυστική ελπίδα, η οποία δυστυχώς διαψεύσθηκε και ξαναγεννήθηκε αμέσως μετά από πολλά δεδομένα που πραγματοποιήθηκαν.

Κατά την διάρκεια του ταξιδιού μας βρήκαν σφοδρές τρικυμίες που παραλίγο να βύθιζαν το ατμόπλοιο, όμως ευτυχώς διασωθήκαμε καταφεύγοντας σε ένα ορμίσκο της Σκοπέλου. Μείναμε εκεί για οκτώ ημέρες και στεναχωριόμουν γιατί το όπλο μου ήταν κλεισμένο μέσα στα κιβώτια μου κάτω στην αποθήκη, ανάμεσα σε πολλά άλλα πράγματα καταπλακωμένο και δεν είχα φυσίγγια να το χρησιμοποιήσω. Αναγκάστηκα να μείνω στο ατμόπλοιο και να διασκεδάζω μαζί με εκατόν ογδόντα άλλους Έλληνες.

Την όγδοη ημέρα της διαμονής μας εκεί, βελτιώθηκε ο καιρός και αποφασίστηκε να φύγουμε, η ώρα αναχώρησης δε ορίστηκε στις 3 μ.μ. ακριβώς. Συνομιλούσα γι’ αυτό με τον Πλοίαρχο, ευγενέστατο και ικανότατο ναυτικό, στον οποίο εξέφρασα την λύπη μου που φεύγω χωρίς να κυνηγήσω, γιατί είχα το όπλο και τα φυσίγγια μου κάτω κλεισμένα.
Γιατί δεν μου το λέγατε αμέσως; Θα σας έδινα το δικό μου ένα πολύ παλιό οπισθογεμές, δεν έχω πολλά φυσίγγια, είκοσι νομίζω περίπου, αλλά είναι στη διάθεση σας. Οπωσδήποτε μπορείτε να κάνετε μία μικρή εκδρομή για 2-3 ώρες μετά το πρόγευμα. Παρά λίγο να φιλήσω αυτόν το καταπληκτικό άνθρωπο και ανυπόμονα έβλεπα τις προετοιμασίες του γεύματος, ενώ οι δικές μου, σε ριπή οφθαλμού είχαν ήδη τελειώσει.

Μεταξύ των συνταξιδιωτών μου είχα και ένα κύριο, πρώην διερμηνέα, πρώτης τάξεως, με βαθμό Ταγματάρχη. Αξιόλογος κύριος, είχε όμως το ελάττωμα ή μάλλον το προτέρημα γιατί αυτό συντελούσε στην ευτυχία του, να νομίζει ότι ξέρει τα πάντα και πως ό,τι έκανε ήταν στο άκρο άωτον του τέλειου.
Το καλύτερο όπλο στην υφήλιο ήταν δικό του, ο άριστος κυνηγετικός σκύλος ήταν δικός του και ούτε παλιότερα, ούτε τώρα, αλλά και ούτε στο μέλλον ήταν ποτέ δυνατόν να βρεθεί όμοιος του…εκτός εάν-μετά από αυτόν ο κ. Ταγματάρχης αποκτούσε άλλο. Τα καλύτερα κιάλια που έφτιαξε ποτέ γέρο τεχνίτης ήταν δικά του. Ευτυχώς που ο κ. Ταγματάρχης δεν είχε ερωμένη, γιατί αυτή θα ήταν η ωραιότερη του κόσμου και θα έβαζε  τους ακροατές του σε πειρασμό. Μόλις με είδε έτοιμο για κυνήγι έσπευσε προς το μέρος μου και μου είπε:

Πως πάτε για κυνήγι και δεν με ειδοποιείτε; Έρχομαι κι εγώ μαζί σας.
Ο Αζόρ μου είναι περίφημος και θα κυνηγήσει πολλά πουλιά! Έχω δε κι ένα αγγλικό θαυμάσιο! Ο λόρδος τάδε όταν ήρθε στη Θεσσαλονίκη κυνήγησε μαζί μου και ενθουσιάστηκε τόσο που προσπάθησε να με πιέσει να του τον πουλήσω, προσφέροντας μου όσα ήθελα, αλλά που εγώ!
Ευχαριστώ κ Ταγματάρχη απάντησα αλλά δεν γνωρίζω τα μέρη και φοβάμαι ότι δεν θα ευχαριστηθείτε από εμένα γιατί είμαι πολύ κακός κυνηγός.
Τα γνωρίζω εγώ, μείνετε ήσυχος, τα γνωρίζω εγώ! Δεν είναι μέρος της γης που να μην ξέρω, είμαι παλιός περιβόητος κυνηγός και μάλιστα θα σας το αποδείξω!

Μόλις τελείωσε το πρόγευμα και οι επιβάτες της λέμβου φτάσαμε στην ξηρά, ο κ. Ταγματάρχης και λόγω ηλικίας και γιατί ήξερε, όπως έλεγε, τα μέρη, ήταν ο οδηγός. Μετά από λίγα λεπτά δρόμου, είδα προς τα δεξιά και χαμηλά, βατώδη μέρη τα οποία μου φάνηκαν κατάλληλα για κυνήγι, πρότεινα λοιπόν στον συγκυνηγό μου αντί να ανεβούμε το βουνό να κατέβουμε για να κυνηγήσουμε μπεκάτσες στα μέρη αυτά.
Όχι, όχι ξέρω εγώ, εκεί πάνω στο βουνό έχει μπεκάτσες, λαγούς και πέρδικες, εμπρός – εμπρός!

Με την πίστη ότι γνωρίζει τα μέρη δυστυχώς τον ακολούθησα.
Ανεβήκαμε στο βουνό, κατεβήκαμε από αυτό, ανεβήκαμε σ’ ένα άλλο και ούτε ίχνος θηράματος δεν βρήκαμε όπως ήταν επόμενο, γιατί τα βουνά αυτά ήταν χιονοσκέπαστα και κατά συνέπεια κάθε θήραμα έφευγε από αυτά, κατεβαίνοντας σε πιο χαμηλά μέρη. Στην παρατήρηση μου αυτή ο φίλος μου κ. Ταγματάρχης μου είπε: – Είσαι πολύ νέος ακόμα, δεν έχεις πείρα, άκουσε με, εγώ τα ξέρω όλα!
Μάθε ότι όταν έχει χιόνι έχει και θηράματα, λοιπόν εδώ έχει χιόνι, εδώ πρέπει να έχει και θήραμα και αν δεν έχει είναι αδιάφορο, γιατί κατά κανόνα πρέπει να έχει! Παρατήρησα το ρολόι μου και είδα ότι είχαμε μόνο είκοσι λεπτά μέχρι την ώρα που είχε ορισθεί για την αναχώρηση του ατμόπλοιου και βρισκόμαστε μακριά του όρμου, επιθυμούσαμε δε να επισκεφτούμε λίγο την πόλη. Αφού λοιπόν βάλαμε το όπλο στον ώμο κατεβήκαμε γρήγορα από το βουνό, το οποίο ενώ έπρεπε κατά κανόνα του κ. Ταγματάρχη να έχει θήραμα, παρόλα αυτά δεν είχε.

Κατευθυνόμαστε προς την πόλη της Σκοπέλου, μόλις όμως πλησιάσαμε προς αυτή και είδαμε πολλές μπεκάτσες να πετούν προς όλες τις κατευθύνσεις, ήθελα να τις κυνηγήσω, αλλά δεν προλαβαίναμε. Μόλις ρίξαμε ένα βλέμμα στην πόλη φύγαμε γρήγορα γιατί ακούσαμε το σφύριγμα του ατμόπλοιου, φοβόμασταν μην αναχωρήσει και μας αφήσει ή το πιθανότερο, μην καταχραστούμε την καλοσύνη του Πλοιάρχου και τον αναγκάσουμε να μας περιμένει.

Όταν φτάσαμε στο μέρος εκείνο των βάτων που είχα προτείνει να κυνηγήσουμε, είδαμε τις μπεκάτσες να πετούν ανά δύο και τρεις και έτσι ενώ ακολουθούσα γρήγορα, σκότωσα τρεις, ενώ ο φίλος μου ο Ταγματάρχης πυροβόλησε επτά ή οκτώ και δεν σκότωσε καμία, ενώ ο σκύλος του προσπερνώντας τα πάντα έτρεχε μπροστά από αυτόν. Φτάσαμε τέλος στο ατμόπλοιο, το οποίο περίμενε μόνο εμάς για την αναχώρηση.
Ήμουν ενδόμυχα πλήρως αγανακτισμένος γιατί άκουσα τον Ταγματάρχη που με οδήγησε ακριβώς εκεί όπου ούτε φτερό δεν υπήρχε. Παράδωσα λοιπόν στον Πλοίαρχο το όπλο του, τα δεκαεπτά φυσίγγια και τις τρεις μπεκάτσες και του διηγήθηκα το ατύχημα μου. Εκείνος μου είπε ότι κατά την απουσία μου είχε μάθει από ένα Σκοπελίτη ότι υπήρχε πλήθος από μπεκάτσες και είχε στεναχωρηθεί που μην έχοντας περισσότερα μου είχε δώσει μόνο είκοσι φυσίγγια, τα οποία θεωρούσε εντελώς ανεπαρκή!

Πολλοί κυνηγοί δένουν στο λαιμό του σκύλου τους ένα κουδούνι, το οποίο του ειδοποιεί που βρίσκεται ο σκύλος, όταν πάψει δε να αντηχεί σημαίνει ότι σκύλος έχει φερμάρει. Δεν συνιστώ το μέτρο αυτό, γιατί το κουδούνι θα διώξει πολλά άλλα θηράματα πριν ο σκύλος φερμάρει μία μπεκάτσα. Μπορεί να εφαρμοστεί εάν κυνηγάμε σε καιρό παγετώνα σε πυκνόφυτο μέρος που ο σκύλος μένει διαρκώς αόρατος και δεν υπάρχει άλλο θήραμα παρά μόνο μπεκάτσες.

Όταν πεταχτεί μπεκάτσα και ενώ πυροβοληθεί, δεν σκοτωθεί, θα καθίσει κάπου κοντά, να σπεύσετε να την αναζητήσετε γιατί βεβαίως θα την βρείτε, ενώ δεν θα είστε βέβαιοι ότι δεν θα διώξετε άλλη. Όταν όμως η μπεκάτσα καθίσει, πριν να μείνει ακίνητη, περπατάει για αρκετό διάστημα, επομένως όταν ψάξεις καλά το μέρος που έχει καθίσει και δεν τη βρεις, μην αποθαρρυνθείς, αλλά δείξε στο σκύλο σου το μέρος αυτό και εκείνος θα σε οδηγήσει.
Περπατώντας θα κατέφυγε σε βάτα ή σε μέρος που την άρεσε, αρκετά μακρύτερα, καθόλου απίθανο να έχει ξαναγυρίσει στο μέρος που την είδες να πετιέται. Εάν όμως την κυνηγήσεις για δεύτερη φορά τότε θα φύγει και θα πετάξει πολύ μακριά πριν να καθίσει.

Εάν βρίσκεστε κοντά στα βουνά στους πρόποδες των οποίων ξεκινάει πεδιάδα που έχει βάτα και βάλτους ή δάσος, διαλέξτε ένα μέρος κοντά στο βάλτο ανοικτό ώστε να βλέπετε προς όλες τις κατευθύνσεις την ημέρα και όταν δύσει ο ήλιος και αρχίσει το σκοτάδι να σταθείτε δίπλα σ’ έναν κορμό δέντρου για να μην είστε εμφανείς και να στήσετε καρτέρι. Οι μπεκάτσες το δειλινό κατεβαίνουν αϊτό το βουνό ή από το δάσος για να βοσκήσουν όλη τη νύχτα και την ημέρα επανέρχονται σ’ αυτά αφού έχουν τραφεί και ξεκουραστεί.

Να είστε προσεκτικοί και έτοιμοι διότι τότε το πέταγμα της είναι ορμητικό και γρήγορο, επομένως πρέπει ταχύτατα να γίνει και η σκόπευση και ο πυροβολισμός, σας προειδοποιώ όμως ότι κανείς αστοχεί πολλές φορές σ’ αυτή την περίπτωση, καθότι η μεγάλη ταχύτητα του πουλιού και το πυκνό που καλύπτει το μέρος το καθιστά δυσδιάκριτο και αφαιρεί πολλούς βαθμούς ελπίδας επιτυχίας.
Τότε πρέπει να σκοπεύσετε την μπεκάτσα που πετάει, μερικά εκατοστά πριν από τα ράμφος της. Πολλές κατεβαίνουν στο βάλτο προς αναζήτηση σκουληκιών και μετά την τροφή πλένουν το ράμφος τους. Τότε είναι δύσκολο να δεις την μπεκάτσα που μένει ακίνητη για να ακροαστεί μήπως υπάρχει κίνδυνος, γιατί το χρώμα της, όμοιο με αυτό της γης και| των ξεραμένων φύλων την καθιστά αόρατη στο δάσος.

Πολλοί κυνηγοί βάζουν στις άκρες του βάλτου μεγάλες πέτρες οι οποίες όπως είναι λευκές φαίνονται πολύ καλά και η μπεκάτσα που τις βρίσκει καθαρές κάθεται πάνω σ’ αυτές πριν αρχίσει να βοσκάει και τότε διακρίνεται καθαρά πάνω στο λευκό αυτό βράχο. Επειδή και το στόχαστρο δεν φαίνεται καλά ; ορισμένοι το τυλίγουν με λίγο βαμβάκι ή λευκή κλωστή για να είναι ορατό.
Εάν υπάρχουν πολλοί βάλτοι και οι μπεκάτσες προτιμήσουν μερικούς από αυτούς, κατά περίεργη συνήθειο, οι βάλτοι που δεν προτίμησαν θα τις | ξενίζουν και θα μένουν έρημοι, ίσως επειδή στους άλλους βρίσκουν αφθονότερη τροφή.

Η μπεκάτσα την ώρα του πολύ κρύου δύσκολα σηκώνεται και δέχεται εύκολα τη φέρμα του σκύλου, εάν όμως ο καιρός είναι γλυκός και  «μάλλον θερμός τότε πετιέται πολύ μακριά από τον κυνηγό, σχεδόν εκτός! βολής και ο σκύλος δεν μπορεί να την εντοπίσει».
Αν χτυπηθεί όμως πέφτει. εύκολα και εάν δεις ότι πυροβολήθηκε και έπεσε και όμως ο σκύλος σου πήγε να τη βρει και δεν την έφερε, μη βασιστείς σ’ αυτό και υποθέσεις ότι πέταξε, απαίτησε από το σκάλο να σε οδηγήσει και ακολούθησε τον, γιατί πολλοί σκύλοι αισθάνονται αποστροφή προς την μπεκάτσα προτιμώντας να πεθάνουν παρά να την βάλουν στο στόμα τους. Όταν κυνηγάω μπεκάτσες χρησιμοποιώ σκάγια Νο. 8, αντί να προτιμώ τα Νο. 9 που χρησιμοποιούν πολλοί κυνηγοί, γιατί τα 8 και μακρύτερα βάλλουν και κατάλληλα είναι για το λαγό και για την αγριόπαπια.

Κυνηγώντας με τις παραπάνω οδηγίες και με προσοχή και υπομονή την μπεκάτσα θα επιστρέφεις από την εποχή του περάσματος της με την κυνηγετική σου πείρα γεμάτη και δεν θα βρεθείς στην ανάγκη να καταφεύγεις στα τεχνάσματα, στα οποία κατέφευγε ένα φίλος μου. Αυτός ο φίλος μου ήθελε πάντα να παρουσιάζεται ως άριστος κυνηγός, κατορθώνοντας να έχει την πείρα του πάντοτε πλήρη, ακόμα και σε σπάνια πουλιά, επειδή όμως ήταν αδέξιος κυνηγός για να το πετύχει αυτό, απομακρυνόταν από τους συντρόφους του και προσπαθούσε να πετύχει κανένα χωρικό με κάποιο κυνήγι για να του το πουλήσει και αφού το αγοράσει να το παρουσιάσει σαν δικό του θήραμα.
Βλέποντας τον πάντοτε να επιστρέφει με θήραμα, τον υποψιαστήκαμε και αποφασίσαμε να εξακριβώσουμε την υπόθεση αυτή. Μια μέρα καθώς κατά τη συνήθεια του είχε απομακρυνθεί πολύ από εμάς και ήταν αθέατος, συναντήσαμε ένα κυνηγό που είχε πέντε μπεκάτσες και ήθελε να μας τις πουλήσει. Εμείς τις πήραμε από τα χέρια του και χωρίς ο κυνηγός να το καταλάβει, αφαιρέσαμε τις γλώσσες τους, ενώ δίνοντας τις του πίσω του είπαμε ότι πίσω από το λόφο ήταν ο σύντροφος μας, ο οποίος βεβαίως θα τις αγόραζε, αλλά να του κρύψει ότι μας συνάντησε.

Μετά από λίγη ώρα και ενώ ξεκουραζόμασταν καθισμένοι κάτω από ένα δέντρο, ακούσαμε λίγο πιο πέρα δύο πυροβολισμούς και μετά από λίγο είδαμε τον φίλο μας περήφανο να έρχεται προς το μέρος μας. Όταν μας πλησίασε, ρώτησε:

Εεεεϊ, τι κάνετε;
Σχεδόν τίποτα, απαντήσαμε και δεν τον ρωτήσαμε τι έκανε αυτός.
Εγώ τις πέτυχα σ’ ένα μέρος και τις περιποιήθηκα.
Α! Πόσες;
Μόνο όσες βρήκα, αφού έψαξα ανώφελα το λόφο κατεβαίνοντας την πίσω χαράδρα, σκεπτόμενος ότι εκεί θα υπήρχαν μπεκάτσες. Και μόλις κατέβηκα λίγο, πετιέται μία, μπουμ και κάτω!
Τρέχει ο σκύλος μου να την φέρει, πετιέται άλλη, γυρίζω και με την άλλη κάννη τη σκοτώνω κι αυτή. Ενώ προχωρούσα ξαφνικά πετιέται πίσω μου άλλη, που μόλις πρόλαβα να την 6ω να κρύβεται πίσω από τα βάτα, την πυροβόλησα αμέσως από υπολογισμό και ήμουν βέβαιος ότι σκοτώθηκε, είδα μάλιστα πολλά φτερά στον αέρα, επειδή όμως το μέρος εκείνο ήταν πυκνό και ακανθώδες δεν μπόρεσα να την βρω.
Έφευγα από τη χαράδρα, όταν είδα τον Μπέλλο να φερμάρει, πλησιάζω και πετάγονται καινούργιες μπεκάτσες σε απόσταση είκοσι βημάτων, τις οποίες και σκότωσα. Σας είδα καθισμένους και ερχόμουν, όταν ξαφνικά δεξιά κι αριστερά μου πετιόνται δύο μπεκάτσες, πυροβολώ την μία δεξιά, την άλλη αριστερά και οι δύο τους έπεσαν νεκρές, τις μάζεψα στους πρόποδες του λόφου, κατέβηκα από αυτόν, αλλά δυστυχώς δεν βρήκα τίποτα.
Μπράβο, για να τους δούμε, είναι παχιές; Ανύποπτος ο φίλος μας, μας έδωσε τις μπεκάτσες.

Κύριοι, είπα φωναχτά, διάβασα κάποτε, δεν θυμάμαι που, ότι ο Βασιλιάς της Γαλλίας, ο Ερρίκος ο Δ’ αν δεν με απατά η μνήμη μου, είδε ενώ κυκλοφορούσε ως άγνωστος στο στρατόπεδο του σε εποχή εκστρατείας, ένα στρατιώτη που έπαιζε χαρτιά να δίνει, ότι έχει και δεν έχει και στο τέλος αφού τα είχε χάσει όλα, το ίδιο το ξίφος του.
Σημείωσε τον αριθμό του τάγματος του και την επόμενη μέρα ενώ επιθεωρούσε το τάγμα αυτό αναγνώρισε τον παίκτη. Δεν του είπε τίποτα, παρατήρησε όμως τον παραστάτη του στρατιώτη, ότι τα κουμπιά του δεν γυάλιζαν αρκετά και με το ελάχιστο αυτό σφάλμα τον καταδίκασε σε θάνατο.
Διέταξε να αποκεφαλιστεί αμέσως και την αποκεφάλιση να εκτελέσει ο παρακείμενος στρατιώτης, ο παίκτης. Τρέμοντας ο καταδικασμένος μπήκε στο μέσο του κύκλου και προσκαλέστηκε ο άλλος να τον αποκεφαλίσει με το ξίφος του. «Μεγαλειότατε» λέει αυτός άτρομος και χωρίς καθόλου αμηχανία, «και ο μεγαλύτερος των Βασιλέων ο Ερρίκος ο Δ’ μπορεί να πέσει σε πλάνη, επειδή έτσι το ήθελε ο Ύψιστος.
Επειδή πρόκειται εγώ να εκτελέσω την ποινή του αποκεφαλισμού, εύχομαι στο Θεό, να δείξει με θαύμα εάν η καταδίκη είναι δίκαια ή όχι. Εάν μεν είναι δίκαια, θα εκτελεσθεί όπως πρέπει, εάν όμως είναι αποτέλεσμα πλάνης εύχομαι», λέει χτυπώντας πάνω στη θήκη του ξίφους του, «εύχομαι τη δαμασκηνή αυτή λεπίδα μου να καταστήσει ανίσχυρη για αυτή την εκτέλεση». Είπε αυτά και τραβάει το ξίφος του από τη θήκη και – ω, θαύμα! Αντί για σιδερένια η λεπίδα ήταν ξύλινη. Γυρίζει προς τον Ερρίκο τον Δ’ και φωνάζει:
«Μεγαλειότατε, ο Θεός εισάκουσε την προσευχή μου, δεν βρίσκει την απόφαση δίκαια και εμποδίζει την εκτέλεση, επιθυμώντας να διατηρήσει στη ζωή τον ανδρείο αυτό στρατιώτη, ο οποίος είναι έτοιμος να χύσει το αίμα του υπέρ της δικής σου Μεγαλειότητας. Βασιλιά, δώσε χάρη σ’ αυτόν το γενναίο!».
Ο Ερρίκος που ευχαριστήθηκε με την ετοιμότητα και το πνεύμα του στρατιώτη, ανακάλεσε βέβαια την καταδίκη, την οποία δεν είχε πει στα σοβαρά, και προβίβασε τον έξυπνο στρατιώτη. Κύριοι εύχομαι και εγώ σήμερα, αν ο φίλος μας είπε την αλήθεια για τις πέντε μπεκάτσες, αυτές να λαλήσουν, εάν όμως δεν είναι αληθινά αυτά που μας είπε να τους αφαιρέσει ο Ύψιστος τις γλώσσες, για να μην διαψεύσουν τον φίλο μας. – Αμήν, είπαμε και ανοίξαμε το ράμφος των μπεκατσών για να τις βρούμε χωρίς γλώσσες.

Α, αγαπητέ του λέμε, οι μπεκάτσες δεν θέλουν να σε διαψεύσουν, για να μην τις έχεις όμως άλαλες πάρε αυτές τις πέντε γλώσσες που είχαμε αφαιρέσει από αυτές, όταν ο κυνηγός που σου τις πούλησε μας πρότεινε να τις αγοράσουμε.

Ο φίλος μας έμεινε στήλη άλατος, γιατί ήταν βέβαιος ότι κανείς δεν τον είδε να αγοράζει τα πουλιά. Ξεσπάσαμε σε ομηρικά γέλια για το πάθημα του για την επινόηση του εκείνη και από τότε, λέει, δεν αγορά ζει πλέον θηράματα… ίσως πριν εξετάσει εάν έχουν τη γλώσσα τους ή όχι. Έτσι, φίλε αναγνώστη, πρόσεχε τη γλώσσα θηράματος γιατί και ελλείπουσα προδίδει.

Για όλα όσα αφορούν την μπεκάτσα διχογνωμούν αυτοί που ασχολούνται με τη φυσική ιστορία, είπαμε ότι υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, για ότι αφορά τον τόπο της προέλευσης της, διαφορετικές απόψεις για το ζήτημα αν ταξιδεύουν σε αγέλες ή ζευγάρια, αν υπάρχουν ένα, δυο ή τρία είδη, για τον κατάλληλο άνεμο και για τις καλές καιρικές συ· θήκες. Μένει μόνο ένα να ειπωθεί για την μπεκάτσα, δηλ. αν μπορεί να εξημερωθεί και αν μπορεί να ζήσει στην αιχμαλωσία, αλλά και σ’ αυτό υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, οι οποίες συμφωνούν εν μέρει για τον ήμερο χαρακτήρα της.

Ο Διβαρνε λέει ότι η μπεκάτσα δεν μπορεί να ζήσει στο κλουβί, ούτε σε περιορισμένη ελευθερία, λόγω των μεταναστευτικών ορμών της και της ιδιαίτερης τροφής της και προσθέτει ακόμα αυτό το προσπάθησαν μάταια οι Γερμανοί, μόνο πριν από εικοσιπέντε χρόνια είδε μία στην Καρλσρόη, πράγμα σπάνιο, να είναι ήμερη. Για να το υποστηρίξει διηγείται το εξής γεγονός:
Ο ιδιοκτήτης ενός κτήματος τις είχε στο δάσος μόνες τους, κοντά σε ρυάκια που διατηρούσαν τη γη υγρή και κανείς δεν διέκοπτε την μελαγχολική σιωπή στο μέρος αυτό, παρά μόνο ο ιδιοκτήτης, ο οποίος σιωπηλός περπατούσε εκεί. Μία ημέρα του φθινοπώρου είδε μία μπεκάτσα που διάλεξε το κτήμα για κατοικία της. Στην αρχή όταν τον έβλεπε να πλησιάζει πολύ πέταγε, κατόπιν άρχισε να κρύβεται πίσω από βάτους τρέχοντας με τα πόδια της μόνο.
Μετά από λίγο συνήθισε τη θέα του διαβάτη και άρχισε να τρέχει πίσω από τα σκουλήκια που της έριχνε, μετά από κάποιους μήνες έπαιρνε η μπεκάτσα τα σκουλήκια από τα χέρια του ιδιοκτήτη και στο τέλος έτρεχε προς αυτόν μόλις άκουγε την φωνή του. Η φιλία αυτή διάρκεσε πέντε χρόνια. Η θελκτική αυτή μπεκάτσα ερχόταν από τις πρώτες κάθε φθινόπωρο στο μέρος εκείνο, προς μεγάλη χαρά του κυρίου. Το έκτο έτος δεν φάνηκε, ίσως να έπεσε θύμα κάποιο σαρκοφάγου ζώου ή κυνηγού.

Αντίθετα ο Θ. Πολέ ντε Φαβό υποστηρίζει ότι η μπεκάτσα είναι ικανή για εξημέρωση, ότι μπορεί κανείς να την αναθρέψει και ότι οι νεοσσοί της μπορούν να ανατραφούν στην αιχμαλωσία και εξοικειώνονται σ’ αυτήν. Τόσο πολύ μάλιστα που μπορούν να τρέχουν ανάμεσα από γαλοπούλες και σκύλους στην πρόσκληση του κυρίου τους για να πάρουν την τροφή τους από τα χέρια του. Ο Τουσενέλ μάλιστα, λέει ότι η ανατροφή της μπεκάτσας μπορεί να γίνει επικερδής βιομηχανία!

Μεταξύ όλων αυτών των αντίθετων γνωμών διάλεξε όποια θέλεις, γιατί εγώ δεν έχω καμία. Δεν αποδέχομαι όμως απόλυτα την πρώτη γνώμη, γιατί στο ζωολογικό κήπο του Παρισιού έβλεπα στα κλουβιά για πολλά χρόνια μπεκάτσες ζωντανές, άλλωστε δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα γίνω μπεκατσοτρόφος, αφού τα πουλιά αυτά δεν μπορούν να γίνουν ελεύθερα ενδημικά και έτσι δεν γίνεται να τα χρησιμοποιήσει κανείς για πολλαπλασιασμό των θηραμάτων στο κτήμα του. Ούτε είναι όμως δυνατό να κατασκευάσει κανείς κατάλληλα μέρη έτσι ώστε να τα προτιμούν και να έρχονται σ’ αυτά οι μπεκάτσες.
Δυστυχώς όμως παρατηρήθηκε ότι οι μπεκάτσες από χρόνο σε χρόνο ελαττώνονται και υπάρχει φόβος μήπως με το πέρασμα του χρόνου χαθούν τελείως. Και πως αλλιώς θα μπορούσε να είναι, όταν αναλογιστείτε του φοβερούς κινδύνους που διατρέχουν κατά τις μακριές τους μεταναστεύσεις, αφού εκατοντάδες πέφτουν θύματα ορμητικών ανέμων, σαρκοφάγων ζώων ή όρνιων και τέλος απειράριθμων κυνηγών.

Πολλές μπεκάτσες με την ορμητική τους πτήση πέφτουν πάνω στα τηλεγραφικά σύρματα, όπως έρχονται στην Ευρώπη προς όλες τις κατευθύνσεις και σκοτώνονται. Γι’ αυτό οι φύλακες των σιδηρόδρομων μαζεύουν κάθε μέρα, κατά την εποχή του περάσματος τους, πολλές μπεκάτσες, έτσι σκοτωμένες. Ευτυχώς όμως, αγαπητέ μου αναγνώστη, που υπάρχουν μπεκάτσες σε όλες τις ηπείρους και θα φτάσεις σε βαθιά γερατειά πριν να εξαφανιστούν εντελώς.

Συνεχίστε την ανάγνωση «Oι Μπεκάτσες !!!…. (απόσπασμα απο αφήγημα του 1869, τα Κυνηγετικά)»

Οι τεχνικές στο κυνήγι των υδροβίων και τα μυστικά του….

Τα πρασινοκέφαλα, όταν κυνηγά κανείς σούρουπο, βγαίνουν κατά κανόνα πρώτα, νωρίτερα από τα κιρκίρια και συνήθως πετάνε σχετικά ψηλά.
Τα πρασινοκέφαλα, όταν κυνηγά κανείς σούρουπο, βγαίνουν κατά κανόνα πρώτα, νωρίτερα από τα κιρκίρια και συνήθως πετάνε σχετικά ψηλά.

Α.  «Η ντουφεκιά στα παπιά«!!!…  – (συγραφ. Αλεξ. Γκάσιος)
Η σκόπευση στα Υδρόβια – Η εξειδίκευση στο κυνήγι ενός θηράματος εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, μερικοί από τους οποίους είναι η εμπειρία, η ικανότητα, η εξάσκηση και η συχνότητα επαφής με το θήραμα.

Οφείλω να δηλώσω εκ των προτέρων πως δεν θεωρώ τον εαυτό μου ειδικό. Εχω περίπου δεκαετή εμπειρία στο κυνήγι των συγκεκριμένων θηραμάτων η οποία μάλιστα πηγάζει από μία μόνο περιοχή, το δέλτα του Αξιού – Λουδία – Αλιάκμονα. Στη διάρκεια αυτών των ετών όμως έκανα διάφορους πειραματισμούς τόσο στη σκόπευση όσο και στην επιλογή των φυσιγγιών και τα αποτελέσματα αυτών των πειραματισμών θα διαβάσετε παρακάτω.

Πριν από τις δοκιμές θα ήθελα να αναφέρω πως το θεσμικό πλαίσιο στην Ελλάδα αδικεί τους παπιοκυνηγούς ίσως περισσότερο από κάθε άλλη κατηγορία κυνηγών. Και αυτό γιατί το σύνολο σχεδόν των υγροτόπων είναι απαγορευμένοι για τη θήρα, ενώ θα πρέπει να προσθέσουμε την άδικη απαγόρευση του Φεβρουαρίου, που αποτελεί έναν από τους καλύτερους μήνες για το συγκεκριμένο κυνήγι. Αν συνυπολογίσουμε και την υπερβολική ευαισθησία των απαγορεύσεων με το πρώτο χιονάκι, κάθε παπιοκυνηγός πιέζεται χρονικά στις περισσότερες περιπτώσεις, να κυνηγήσει σε ένα τέταρτο το σούρουπο και άλλο τόσο το χάραμα. Εκεί, αν είναι τυχερός, θα περάσει κάποιο παπί βολικά, για το οποίο θα πρέπει να καταφέρει να αντεπεξέλθει στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες από πλευράς ορατότητας – σκόπευσης, για να το βάλει στην τσάντα.

Αν στα παραπάνω προσθέσουμε το γεγονός πως απαγορεύεται η χρήση ομοιωμάτων και κραχτών που αποτελούν παραδοσιακό τρόπο κυνηγιού των υδροβίων στις περισσότερες χώρες του κόσμου, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για κυνηγούς υπό διωγμό και να δώσουμε τον τίτλο του «ήρωα» σε όσους επιμένουν να κυνηγούν υδρόβια στη χώρα μας σε πείσμα του παραλογισμού.

Κράχτες & ομοιώματα
Η τουφεκιά στα παπιά στην Ελλάδα επομένως δεν γίνεται υπό τις ίδιες συνθήκες με τις οποίες γίνεται και στο εξωτερικό, όπου παπιά μπορεί να κυνηγήσει κάποιος και μέρα και να τα φέρει ήρεμα κοντά του να κάτσουν με κράχτες και ομοιώματα. Διαδικασίες που ωφελούν τόσο τον κυνηγό όσο και το θήραμα και το περιβάλλον. Στατιστικά οι τουφεκιές των περισσότερων σε παπιά με καλές συνθήκες ορατότητας αποτελούν ποσοστό μικρότερο του 5%, γεγονός το οποίο επηρεάζει σημαντικά την όποια συζήτηση θα μπορούσε να αναπτυχθεί γύρω από το συγκεκριμένο θέμα.

Συνέπεια των παραπάνω είναι εικόνες σαν αυτή που ακολουθεί να είναι σπάνιες ως απίθανες στο συγκεκριμένο κυνήγι στη χώρα μας, με αποτέλεσμα να μην είναι τόσο δημοφιλές όπως σε άλλες χώρες π.χ. Αμερική, όπου μάλλον διεκδικεί μία από τις πρώτες θέσεις στις προτιμήσεις των κυνηγών, αν κρίνουμε από το υλικό που υπάρχει διαθέσιμο στο Διαδίκτυο.

Είδη & διαφορές
Η πρώτη διαπίστωση που θα μπορούσα να καταθέσω είναι πως λανθασμένα οι περισσότεροι αναφερόμαστε στα παπιά σαν να είναι ένα θήραμα. Από τη βιολογία τους, που περιλαμβάνει ουσιαστικές διαφορές, το μέγεθός τους, τις διαφορετικές ταχύτητες και τα χαρακτηριστικά του τρόπου πτήσης, μαζί με τις συνθήκες στις οποίες συνήθως ερχόμαστε σε επαφή με κάθε είδος, επηρεάζουν τη σκόπευση. Ακόμη η εποχή και η ώρα της ημέρας στην οποία τα συναντάμε, εκτιμώ πως διαμορφώνουν σημαντικά τη μοναδικότητα της στιγμής που πατάμε τη σκανδάλη σκοπεύοντας ένα παπί.

Τα συγκεκριμένα είδη δεν έχουν τη δυνατότητα να βουτήξουν ολόκληρο το σώμα τους μέσα στο νερό. Στη διάρκεια της μέρας τρέφονται από την επιφάνεια του νερού και τη νύχτα συνήθως βόσκουν σε καλλιέργειες με καλαμπόκι, ρύζι κλπ., οι οποίες όταν είναι πλημμυρισμένες τα έλκουν ιδιαίτερα.

H χρήση ιδιαίτερα βαριών γομώσεων σε μικρά νούμερα φυσιγγιών μπορεί να δώσουν τη δυνατότητα να κατεβάσουμε ένα παπί «από το Θεό».
H χρήση ιδιαίτερα βαριών γομώσεων σε μικρά νούμερα φυσιγγιών μπορεί να δώσουν τη δυνατότητα να κατεβάσουμε ένα παπί «από το Θεό».

Οι διαφορές μεταξύ των ειδών αλλά και μεταξύ των πιθανών συνθηκών θήρας θα μπορούσαν να αποτυπωθούν με το παρακάτω παράδειγμα: είναι άλλο πράγμα να πάει κάποιος για πρασινοκέφαλα μέρα-μεσημέρι με ήλιο και τελείως διαφορετικό να κυνηγήσει κιρκίρια το σούρουπο μιας συννεφιασμένης και βροχερής μέρας.

Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικά ανθεκτικό και μεγάλο θήραμα, το οποίο συνήθως κινείται σε οριακές αποστάσεις, ενώ στη δεύτερη έχουμε να κάνουμε με ένα μικρό ταχύτατο θήραμα που εμφανίζεται και εξαφανίζεται στο πουθενά χωρίς πολλές φορές να μας δώσει ούτε τη δυνατότητα να το δούμε, περνώντας συχνά σε μικρές αποστάσεις από μας.

Θεωρώ πως όλα τα θηράματα, ανάλογα με τις συνθήκες, υπάρχουν περιπτώσεις που θα δώσουν ελάχιστα περιθώρια αντίδρασης στον κυνηγό. Οταν όμως έχεις να κάνεις με το κιρκίρι που πιάνει ταχύτητα πτήσης πάνω από 100χλμ./ώρα, και στο 90% των περιπτώσεων το κυνηγάς ελάχιστα πριν πέσει η νύχτα, τότε μπορούμε να κάνουμε λόγο για μία από τις συστηματικά δυσκολότερες τουφεκιές σε ελληνικό θήραμα.

Τα πρασινοκέφαλα όταν κυνηγά κανείς σούρουπο, στους χώρους τροφοληψίας τους βγαίνουν κατά κανόνα πρώτα, νωρίτερα από τα κιρκίρια και συνήθως πετάνε σχετικά ψηλά.

Τα μικρά κιρκίρια που πετάνε σαν δαίμονες, αντίθετα, βγαίνουν πιο αργά και κάνουν συχνά «χαμηλές πτήσεις» με αποτέλεσμα πολλές φορές να περνάνε δίπλα από τον κυνηγό και αυτός να μην μπορεί να τα δει.

Η σημαντικότερη αίσθηση
Κάπου εδώ θα πρέπει να αναφερθεί η σημαντικότερη κατά τη γνώμη μου παράμετρος στο κυνήγι των παπιών, όταν αυτό γίνεται σούρουπο ή χάραμα. Η συγκεκριμένη παράμετρος είναι επίσης αυτή που διαφοροποιεί πλήρως το συγκεκριμένο κυνήγι από οποιοδήποτε άλλο και όσο να πεις του δίνει μία ξεχωριστή μαγεία. Αναφέρομαι φυσικά στην ακοή, η οποία είναι μία αίσθηση που στα υπόλοιπα κυνήγια παίζει μικρό ως ελάχιστο ρόλο αλλά στο καρτέρι με χαμηλή ορατότητα των παπιών, είναι κατά τη γνώμη μου σημαντικότερη από την όραση.

Oσοι κυνηγάνε συστηματικά τα παπιά έχουν εξειδικευτεί ακόμη και στην αναγνώριση του είδους από τον ήχο των φτερών. Το μαγικό σφύριγμα των φτερών των πρασινοκέφαλων και των άλλων μεγάλων παπιών και το αδιάκοπο «φουρφούρισμα» των κιρκιριών, δίνουν τη δυνατότητα στον κυνηγό να γνωρίζει πότε τον προσεγγίζει ένα παπί. Σε πολλές περιπτώσεις ο ήχος των φτερών δίνει επίσης τη δυνατότητα να γνωρίζουμε αν τα παπιά που μας πλησιάζουν είναι μικρά ή μεγάλα με την ακοή, πριν ακόμη δούμε το θήραμα, με αποτέλεσμα αυξημένες πιθανότητες επιτυχίας.

Για την αξία και τον ρόλο του να ακούσει πριν να δει κανείς τα παπιά όταν έχει πέσει το φως, όπως και για την εξάσκηση που απαιτείται επ’ αυτού θα αναφέρω ένα προσωπικό παράδειγμα που μου έχει μείνει ανεξίτηλο εδώ και πολλά χρόνια.

Κάπου κοντά στο 2000 βρέθηκα για κυνήγι παπιών σούρουπο με δύο φίλους οι οποίοι δεν ήταν κυνηγοί. Ηλικία όλοι κάτω από 25. Η μέρα ήταν συννεφιασμένη και τα παπιά ελάχιστα. Σε μια στιγμή ακούω το χαρακτηριστικό σφύριγμα των πρασινοκέφαλων και άμεσα γυρνώ από την άλλη, τα βλέπω καμιά δεκαριά, ρίχνω δύο φυσίγγια και πέφτει το ένα.

Παρά το γεγονός πως και οι τρεις κοιτούσαμε τον ουρανό ψάχνοντας για παπιά και πως τα πρασινοκέφαλα πέρασαν σε απόσταση 25-30 μέτρων με φόντο τον ουρανό, αλλά οι δύο φίλοι δεν άκουσαν και δεν είδαν τίποτα. Ηταν τόσο μεγάλη η απορία τους που αμφέβαλλαν μέχρι να δουν το παπί στα χέρια μου για το αν είχα πραγματικά δει τα παπιά εκείνα ή όχι. Τα αντανακλαστικά τους πιθανόν να ήταν πολύ καλύτερα από τα δικά μου. Δεν είχαν όμως την απαιτούμενη ηχητική εξοικείωση που μόνο με πολλά «μεροκάματα» στον βάλτο μπορεί να αποκτήσει κανείς.

Φυσίγγια
Oταν ξεκίνησα να κυνηγώ παπιά έπαιρνα μαζί μου αποκλειστικά 4άρια ή 5άρια 35-38 γραμμαρίων με συγκεντρωτήρα, βασιζόμενος στη λανθασμένη άποψη πως το παπί είναι σκληρό και θέλει χοντρό φυσίγγι. Σήμερα, έχοντας ζήσει στην πράξη τις παραπάνω διαφορές μεταξύ των ειδών σε μέγεθος, ταχύτητα πτήσης και συνθήκες συνάντησης, έχω καταλήξει να παίρνω μαζί μου τεσσάρων ειδών φυσίγγια για τα 15 λεπτά της ώρας που συνήθως κυνηγώ τα παπιά, κάτι το οποίο νομίζω πως δεν συμβαίνει με κανένα άλλο θήραμα.

5άρια ή 6άρια με συγκεντρωτήρα και 6άρι διασποράς, για τις ψηλωμένες και τις χαμηλές ντουφεκιές αντίστοιχα στα πρασινοκέφαλα που βγαίνουν πρώτα και 7άρι ή 8άρι με συγκεντρωτήρα και τα αντίστοιχα διασποράς για τα μικρά που βγαίνουν τελευταία.

Αρσενικό πρασινοκέφαλο σε απογείωση

Αν κάποιος γνωρίζει πως θα συναντήσει μόνο μικρά παπιά σε μία έξοδο, τότε θα πρότεινα να έχει μαζί του φυσίγγια νούμερο 7-8 με ανοιχτό τσοκ, ή τα ίδια νούμερα με διασπορέα για μικρές και μεσαίες αποστάσεις. Αν πάλι γνωρίζει πως θα συναντήσει μόνο μεγάλα παπιά τότε θα πρότεινα τα νούμερα 4 – 6 για μεσαίες και μακρινές αποστάσεις με μέτριο τσοκάρισμα και ανοιχτό τσοκ, ή διασποράς στα νούμερα 5 -7 αν πρόκειται για κοντινές ντουφεκιές. 33 με 36 γραμμάρια για τις «κανονικές» μέρες και μάλλον λίγο βαρύτερα όταν οι θερμοκρασίες κινούνται κάτω από το μηδέν είναι τα προτεινόμενα.
Να σημειώσω εδώ πως η χρήση ιδιαίτερα βαριών γομώσεων σε μικρά νούμερα φυσιγγιών μπορεί να δώσουν τη δυνατότητα να κατεβάσουμε ένα παπί «από το Θεό» αλλά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες τραυματισμού και μη ανάκτησης του θηράματος όπως επίσης και τις πιθανότητες αποτυχίας στις «κανονικές» αποστάσεις, οπότε προσωπικά δεν θα πρότεινα τέτοια λύση.
Το ωραίο στα παπιά είναι πως συνήθως δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει εκ των προτέρων ποια είδη θα συναντήσει στην έξοδό του, με αποτέλεσμα η επιλογή φυσιγγιών να αποτελεί μία ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση.

Το όπλο
Η πολυπλοκότητα στο κυνήγι των παπιών, που συνθέτουν μεταξύ άλλων τα όσα αναφέρονται παραπάνω, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για προτάσεις στα όπλα.

Μετά τον σημαντικότερο παράγοντα, που δεν είναι άλλος από το «να σου κάθεται» το όπλο με το οποίο κυνηγάς, εκτιμώ πως για το συγκεκριμένο κυνήγι είναι καλύτερα τα μεσαία μήκη καννών με δυνατότητα αλλαγής σύσφιξης, έτσι ώστε να καλύπτονται τα περισσότερα από τα πιθανά σενάρια των συνθηκών συνάντησης με το θήραμα.
Την υγρασία και τις λοιπές κακουχίες του βάλτου τις ξέρουν όλοι, οπότε ένας άλλος παράγοντας που θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, είναι η ανθεκτικότητα του όπλου σε αυτές τις συνθήκες.

Το να πει κάποιος με ευκολία πως η τουφεκιά στο παπί έχει συγκεκριμένες προδιαγραφές, αποτελεί ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Στο εξωτερικό, με τη χρήση κραχτών και ομοιωμάτων και σε κυνηγότοπους χωρίς συνωστισμό, το πιθανότερο είναι πως θα μιλούσαμε για μία μάλλον εύκολη ντουφεκιά.
Στην Ελλάδα όμως του αναίτια αυστηρού θεσμικού πλαισίου σε κράχτες και ομοιώματα και των περιορισμένων κυνηγότοπων και του συνωστισμού, εύκολη ντουφεκιά σε παπί είναι εξαιρετικά σπάνιο και τυχερό πράγμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις ο διαθέσιμος χρόνος από τη στιγμή που θα δει ο κυνηγός ένα παπί μέχρι να πατήσει τη σκανδάλη, διαρκεί από λίγα ως ελάχιστα δευτερόλεπτα, γεγονός το οποίο συνδυαζόμενο με τις πολύ κακές συνθήκες από πλευράς ορατότητας και καιρού, τοποθετεί την ντουφεκιά στα παπιά ανάμεσα στις δυσκολότερες.

Η ορθή επιλογή φυσιγγιών, η ικανότητα ηχητικού εντοπισμού του θηράματος πριν περάσει στο οπτικό μας πεδίο λόγω περιορισμένης ορατότητας, η γνώση της περιοχής και η όσο το δυνατό καλύτερη επαφή με το όπλο μας που σημαίνει ορθή προσκόπευση υπό όλες τις συνθήκες όπου αυτή απαιτείται, αποτελούν μάλλον μονόδρομο για πετυχημένες ντουφεκιές σε παπιά, τόσο για τους παλιούς όσο και για τους νέους κυνηγούς.

*Το παραπάνω κείμενο το αφιερώνω στον πατέρα μου, Κωνσταντίνο Γκάσιο, ο οποίος με περισσή υπομονή και στωικότητα όταν ήμουν έφηβος, δεχόταν αδιαμαρτύρητα να χάνει κουρασμένος τον λιγοστό, αλλά πολύτιμο, μεσημεριάτικο ύπνο του, για να με πηγαίνει στον κάμπο των Ιωαννίνων τα απογεύματα για παπιά, που ήταν τότε το μεγαλύτερο μεράκι μου.


ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΑΤΕ;

  • Στην Ελλάδα επιτρέπεται η θήρα εννέα ειδών πάπιας. Τα πρώτα επτά είδη ανήκουν στην κατηγορία παπιών επιφανείας και είναι το κιρκίρι (Anas crecca), η πρασινοκέφαλη (Anas platyrhynchos), το σφυριχτάρι (Anas Penelope), η ψαλίδα (σουβλόπαπια) (Anas acuta), η φλυαρόπαπια (καπακλής)(Anas strepera), η χουλιαρόπαπια (κουταλάς) (Anas clypeata) και ο απαγορευμένος καρπός, η σαρσέλα (Anas querquedula), την οποία ουδέποτε έχω συναντήσει εντός κυνηγετικής περιόδου.
  • Τα υπόλοιπα δύο είδη ανήκουν στις καταδυτικές πάπιες και είναι η τσικνόπαπια (μαυροκέφαλη) (Aythia fuligula) και η κυνηγόπαπια (γκισάρι) (Aythia ferina). Αυτά τα είδη καταδύονται σε βάθος και βρίσκουν την τροφή τους αποκλειστικά στον βυθό. Είναι επομένως εξαιρετικά σπάνιο να συναντήσει κανείς αυτά τα δύο είδη στη διάρκεια του συνηθισμένου τρόπου κυνηγιού που είναι το καρτέρι στο χάραμα και το σούρουπο, μια και δεν βγαίνουν να βοσκήσουν τη νύχτα σε καλλιέργειες όπως τα είδη του γένους Anas.

Συνεχίστε την ανάγνωση «Οι τεχνικές στο κυνήγι των υδροβίων και τα μυστικά του….»

«Αγρα, θήρα, κυνηγέσιον».

34102_102638086453183_917260_n

Σκηνές κυνηγιού & θανάτωσης θηρίων.
Σκηνές κυνηγιού & θανάτωσης θηρίων.

 «Αγρα, θήρα, κυνηγέσιον».

Σε πανάρχαιες εποχές η ζωή των ανθρώπων βασιζόταν κατά πολύ στο κυνήγι για την εξεύρεση τροφής, την εξολόθρευση θηρίων επικίνδυνων για τους ανθρώπους, τα ζώα και τις καλλιέργειες ή και για την προμήθεια δερμάτων για την ένδυση και οστών για την κατασκευή εργαλείων. Συνεχίστε την ανάγνωση ««Αγρα, θήρα, κυνηγέσιον».»